Μνήμη Α’

καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι

Κι ἐγὼ στὰ χέρια μου μόνο μ᾿ ἕνα καλάμι
εἴταν ἔρημη ἡ νύχτα τὸ φεγγάρι στὴ χάση
καὶ μύριζε τὸ χῶμα ἀπὸ τὴν τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα ἡ μνήμη ὅπου καὶ νὰ τὴν ἀγγίξεις πονεῖ.
ὁ οὐρανὸς εἶναι λίγος, θάλασσα δὲν ὑπάρχει,
ὅ, τι σκοτώνουν τὴν μέρα τ᾿ ἀδειάζουν μὲ κάρα πίσω ἀπ᾿ τὴ ράχη.

Τὰ δάχτυλά μου παίζανε ξεχασμένα μ᾿ αὐτὴ τὴ φλογέρα
ποὺ μοῦ χάρισε ἕνας γέροντας βοσκὸς ἐπειδὴ τοῦ εἶπα καλησπέρα
οἱ ἄλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμὸ
ξυπνοῦν, ξυρίζουνται κι ἀρχίζουν μεροκάματο τὸ σκοτωμό,
ὅπως κλαδεύεις ἢ χειρουργεῖς, μεθοδικά, χωρὶς πάθος
ὁ πόνος νεκρὸς σὰν τὸν Πάτροκλο καὶ κανεὶς δὲν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα νὰ φυσήξω ἕνα σκοπὸ κι ἔπειτα ντράπηκα τὸν ἄλλο κόσμο
αὐτὸν ποὺ μὲ βλέπει πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴ νύχτα μὲς ἀπ᾿ τὸ φῶς μου
ποὺ ὑφαίνουν τὰ κορμιὰ ζωντανά, οἱ καρδιὲς γυμνὲς
κι ἡ ἀγάπη ποὺ ἀνήκει καὶ στὶς Σεμνὲς
καθὼς καὶ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν πέτρα καὶ στὸ νερὸ καὶ στὸ χορτάρι
καὶ στὸ ζῶο ποὺ κοιτάει κατάματα τὸ θάνατο ποὺ ἔρχεται νὰ τὸ πάρει.

Ἔτσι προχώρησα στὸ σκοτεινὸ μονοπάτι
κι ἔστριψα στὸ περβόλι μου κι ἔσκαψα κι ἔθαψα τὸ καλάμι
καὶ πάλι ψιθύρισα θὰ γίνει ἀνάσταση μίαν αὐγή,
πὼς λάμπουν τὴν ἄνοιξη τὰ δέντρα θὰ ροδαμίσει τοῦ ὄρθρου ἡ μαρμαρυγή,
θὰ ξαναγίνει πέλαγο καὶ πάλι τὸ κύμα θὰ τινάξει τὴν Ἀφροδίτη
εἴμαστε ὁ σπόρος ποὺ πεθαίνει.
Καὶ μπῆκα στ᾿ ἀδειανό μου τὸ σπίτι.

Γ. Σεφέρης

Advertisements

6 thoughts on “Μνήμη Α’

  1. Σεφέρης…μοναδικός…υπέροχος…
    αγαπημένος πολύ στους Κυπριους!

    μια όμορφη μέρα να έχεις Αγριμιω μου!

    ….κάτσε να δω αν καταφέρω να το ανεβάσω κι όλας το σχόλιο!!!!ΧΑ!ΧΑ!

    • Μια χαρά τα πας 🙂 Την πρώτη φορά περνάνε από έγκριση, από εκεί κι έπειτα δημοσιεύονται με το που τα γράψεις, μην ανησυχείς.

      Κι εμένα μου αρέσει -υπερβολικά θα έλεγα- ο Σεφέρης, έχει μια μοναδική γραφή που με άγγιξε από την πρώτη στιγμή.

  2. Πολύ καλά κάνεις και βάζεις αυτές τις αναρτήσεις Αγριμιώ μου.
    Να ανατρέχουμε στους πνευματικούς μας ανθρώπους,.. μπας και βάλουμε επιτέλους τη σκέψη μας να δουλέψει.
    Να’σαι καλά!

  3. να γράψω και εγώ το αγαπημένο μου ποίημα που είναι του σεφέρη;

    Ω να μπορούσαμε να αγαπήσουμε

    τουλάχιστον σαν τις μέλισσες

    όχι σαν τα περιστέρια

    τουλάχιστον σαν τα κοχύλια

    όχι σαν τις σειρήνες

    τουλάχιστον σαν τα μερμήγκια

    όχι σαν τα πλατάνια…

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
    ΣΑΒΒΑΤΟ (στίχοι 34-40)

Από τση Κρήτης το μπαξέ να μου πέψετε ένα μπόλι, να κάμω επά στη ξενιθιά ολάνθιστο περβόλι!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s