Κυβερνάει η πολιτεία τους ανθρώπους σα θεότητα απόκρυφη, δυναστική …

Εκεί, χαμηλά, σ’ έναν κάμπο στρωτό κι’ απέραντο, σαν πάνω σ’ ασημένιο δίσκο, μια πολιτεία απέραντη προβάλλει, μαγική. Πλήθος, μιλιούνια τα σπιτάκια ξεχύνονται κατά τη θάλασσα που ασημίζει δεξιά, σαν άσπρα βότσαλα απλωμένα ανάμεσα σε απαλούς μενεξεδένιους λόφους. Είναι ένα δράμα λευκό κ’ ευαίσθητο, πού γεμίζει ολάκερο τον ορίζοντα από τη μια στην άλλη του άκρη, τόσο αναπάντεχο, τόσο ελαφρό, σαν απατηλό αντικαθρέφτισμα ενός παραμυθένιου κόσμου. Κ’ η πολιτεία τούτη, πού τεντώνεται ανάερη, με χαμόγελο απλοϊκής ηδυπάθειας, μοιάζει αφαιρεμένη, σιωπηλή, μέσα στο δειλινό όνειρο της παρθενικής της ρέμβης.
Η Αθήνα ! Ποτέ του δεν την είχε φανταστεί τόσο πλατειά, τόσο μεγάλη. Μοιάζει σαν εφηβική ύπαρξη που ξαφνικά κι’ αναπάντεχα ξεπέταξε την κρυμμένη άνθιση της. Από τ’ αυτοκίνητο μέσα, ο βοηθός κοιτάζει ίσια μπροστά, το δρόμο που τους πάει κοντά της. Κάτι ανήσυχο κι’ όμως χαρούμενα απορημένο σαλεύει μέσα του, μια σιγανή τρομάρα. Γιατί εκεί, μέσα στο πέλαγος των άσπρων σπιτιών, πού τόσο απρόσμενα φούσκωσε κι’ απλώθηκε ξεχειλίζοντας τον κάμπο, μια ορμητική ζωή, χίλιες ζωές, χιλιάδες χιλιάδων υπάρξεις, ζούνε και συγχρωτίζονται, δουλεύουν, αγωνίζονται, χαίρονται, υποφέρουν. Η σύναξη εδώ των ψυχών, μέσα στο ίδιο χωνευτήρι, έχει προικίσει την πολιτεία με μια δική της, ανεξάρτητη ζωή, κάποιαν υπερφυσική ύπαρξη πού χτυπάει μέσαθε, σα μεγάλη υποχθόνια καρδιά. Το γέννημα τούτο του πλήθους απαρνήθηκε τη φύτρα του και τώρα, θεριεμένο σε τέρας συμβολικό, κυβερνάει την ανθρωπομάζα. Το δουλεύουν οι άνθρωποι νυχτοήμερα, το ποτίζουν με τον ίδρωτα τους, του προσφέρνουν τροφή την καρδιά τους. Φευγαλέα, μυστικά, το χνώτο του γλυστράει στο αίμα τους και το δαιμονίζει. Κυβερνάει η πολιτεία τους ανθρώπους σα θεότητα απόκρυφη, δυναστική, με το αόρατο γνέψιμο της Μοίρας.
Ο δρόμος ξετυλίγεται κατά κείθε ίσιος κ’ ελαστικός, όλο και κονταίνοντας, σαν απλοκαμός που ρίχτηκε από την πολιτεία πάνω στον κάμπο και τραβάει τώρα πάλι κοντά της την ανθρώπινη τροφή. Το κάλεσμά της είναι αβίαστο, διάνεμα ερωτιάρικο που δεν προστάζει παρά γητεύει. Ο βοηθός αγναντεύει τ’ αντικρυνά βουνά και χαμογελάει με την ειρωνεία του φιλήδονου πού αφιερώθηκε στο θάνατο του γλυκού δηλητηρίου. Γυρίζει και κοιτάζει και δίπλα του τα μάτια του κοριτσιού. Μέσα τους καθρεφτίζεται, κουκλίστικη, η παραμυθένια πολιτεία.
Παίρνει στο χέρι του το χέρι της αγαπημένης και το σφίγγει απαλά, με την αδερφική στοργή του ομότυχου. Θυμάται μια παλιά του σκέψη. Μ’ ένα γνέψιμο βουβό, σηκώνει το δάχτυλο και, δείχνοντας αντίκρυ :
— Η μενεξεδένια πολιτεία! λέει σιγανά, και στα χείλη του τρεμοπαίζει ένα γλυκόπικρο χαμόγελο, — η ηδονή της καρτερίας.
Άγγελος Τερζάκης: Η μενεξεδένια πολιτεία

 

Advertisements

2 thoughts on “Κυβερνάει η πολιτεία τους ανθρώπους σα θεότητα απόκρυφη, δυναστική …

  1. Και να που η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η Αθήνα μας που χάνει την αίγλη και την ειδυλλιακή της αύρα και παραδίδεται ολοένα στην ασχήμια και την αποξένωση.
    Τραγικά επίκαιρο και διαχρονικό το μυθιστόρημα του Τερζάκη Αγριμιώ μου.
    Τους χαιρετισμούς και τις ευχές μου για τη σημερινή μέρα.

Από τση Κρήτης το μπαξέ να μου πέψετε ένα μπόλι, να κάμω επά στη ξενιθιά ολάνθιστο περβόλι!

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s